“Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο” – γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Το διήγημα του συγγραφέα Θανάση Βαλτινού, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο,’ έχει γνωρίσει, μετά από την πρώτη του έκδοση στα 1985, την περίοδο της Μεταπολίτευσης,  πολλές επανεκδόσεις. Η παρούσα είναι η ένατη έκδοση του συγκεκριμένου έργου του συγγραφέα της ‘Καθόδου των Εννιά,’ και κυκλοφόρησε, το 2015,  από το ‘Βιβλιοπωλείον της Εστίας.’ [1]

Σε αυτή τη μικρού μεγέθους νουβέλα, παρατηρούμε τον εσωτερικό μονόλογο (ας θυμηθούμε τον εντατικό μονόλογο της Μόλλυ Μπλουμ στον ‘Οδυσσέα’ του Τζόις), μίας γυναίκας ώριμης ηλικίας που, εν προκειμένω, θέτει στο μικροσκόπιο όχι μόνο την ζωή της, αλλά και τις επιλογές στις οποίες και προέβη κατά τη διάρκεια αυτής.

Με έναν αφηγηματικό ρυθμό που επιλέγεται να είναι άμεσος και κοφτός, φανερώνοντας την επιθυμία του γυναικείου υποκειμένου να μιλήσει, ο Θανάσης Βαλτινός συγκροτεί μία ατμόσφαιρα οικιακή και με εξομολογητική διάθεση, που θα μπορούσε να ενυπάρχει σε οποιαδήποτε διαμέρισμα πολυκατοικίας, εκεί όπου τον πρώτο λόγο τον έχει η γυναίκα που ομιλεί, επεξεργαζόμενη εμπρόθετα το υλικό που της προσφέρει η δική της ζωή. Ως προς αυτό, είναι ενδεικτικό το ό,τι οι λεπτομέρειες που δίδονται στον αναγνώστη σχετικά με την ίδια την πρωταγωνίστρια και τα πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος, είναι όσες χρειάζεται ώστε να έρθει στο φως η δυνατότητα ‘ιχνηλάτησης’ μίας πορείας, η ίδια επίκληση σε μία μνήμη που διαρκεί για να αποδώσει εκ νέου, και αυτή την φορά περισσότερο ανοιχτά και ‘δικαιικά.’

Δύναται να σημειώσουμε, πως μορφολογικά, η νουβέλα ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο, κινείται στον αντίποδα ίσως του πλέον γνωστού έργου του Θανάση Βαλτινού που είναι η ‘Κάθοδος των Εννιά.’ Εάν στην ‘Κάθοδο’ που εγγράφει συμβολικές, πολιτικές και ιστορικές προεκτάσεις, ο αφηγητής, δίχως να σχετικοποιεί το περίγραμμα της δράσης,   υιοθετεί και διαλογικά μοτίβα, τότε, στο μικρό διήγημα ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρη,’ βαρύτητα αποκτά ο εξομολογητικός μονόλογος μίας γυναίκας, που, ευρισκόμενη εν μέσω ‘κρίσης,’ αποκαλύπτει την βαθύτερη συναισθηματική της κατάσταση. Και όμως, προσδιορίζοντας μία κατάσταση οιονεί ‘αδιεξόδου,’ τα δύο διηγήματα δεν πέφτουν στην ‘παγίδα’ της αυτο-αναφορικότητας, με την ‘διέξοδο’ να αναζητείται μέχρι την τελευταία στιγμή.[2]

Στο ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο,’ συναρθρώνονται η εξομολογητική διάσταση με την αίσθηση της αστικής αλλοτρίωσης και του εγκλωβισμού σε μία ζωή λανθασμένων επιλογών και στενών προσδοκιών, η αφήγηση που δεν υποπίπτει σε έναν μελοδραματισμό διαρκείας, με την υπόγεια και μη κριτική, των στερεοτυπικών αντιλήψεων με τις οποίες μία μέση ελληνική οικογένεια τρέφει αυτάρεσκα το φαντασιακό της (βλέπε την αναφορά της γυναίκας ό,τι «ποτέ δεν πίστεψε ότι ο γιος μου είναι ο καλύτερος»),[3] συμπεριλαμβάνοντας αυτά τα επιμέρους στοιχεία σε μία κατά βάση συνειδησιακή ροή του λόγου.[4]

Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ένταξη της νουβέλας σε ένα στο «υπο-είδος του μυθιστορήματος-μαρτυρίας»,[5] για το οποίο και κάνει λόγο η Μαρία Αθανασοπούλου σε μία κατατοπιστική της ανάλυση για το έργο του Θανάση Βαλτινού, ανάλυση που συγκεκριμενοποιείται και στο μυθιστόρημα ‘Επείγουσα Ανάγκη Ελέου,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου αναδεικνύονται οι όψεις μίας ιδιαίτερου τύπου, κριτικής στο μοντέλο των οικογενειακών-διαπροσωπικών σχέσεων εν Ελλάδι, σε μία οικογενειακή γενεαλογία που δεν θεωρείται ‘στρεβλή,’ όσο καθηλωτική της ανάπτυξης της προσωπικότητας ενός παιδιού.

Η αναζήτηση ενός ευδαιμονικής χροιάς, ατομικισμού, η υπόρρητη αίσθηση του ανταγωνισμού από μικρή ηλικία, η ‘επιτυχία’ ως στοιχείο πραγμάτωση του ανθρώπινου εντός κοινωνίας, αποτελούν αξίες,  που περνούν από τον μύλο της γραφής και της κριτικής που δεν χάνει όμως την ισορροπία της, τόσο όσο να εκτροχιάσει την ροή της νουβέλας, την ροή του λόγου που τρέχει να συναντηθεί με την μνήμη.

Ο συγγραφέας συγκροτεί έναν γυναικείο χαρακτήρα που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ μνήμης και μαρτυρίας, προσιδιάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση της υπαρξιακού τύπου, ‘έκρηξης’ που δεν εντοπίζεται φανερά, όσο καθίσταται βουβή. Σε αυτό το σημείο θα προσθέσουμε πως έχουμε να κάνουμε μία βουβή συνειδησιακή ‘έκρηξη,’ η οποία, θέτοντας στο επίκεντρο επιλογές και σταθμίσεις ζωής και κοινωνικών σχέσεων, αποκτά το περίβλημα του χρόνου: Όλα όσα πρέπει να ειπωθούν θα ειπωθούν, σε έναν χρόνο που πλέον έχει ωριμάσει. Και η γλώσσα, μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος; Η γλώσσα δεν είναι παρά η προβολή στον παροντικό χρόνο, της ‘ενσάρκωσης’ της ‘σκλαβιάς’ που σχετίζεται με την παράμετρο του ‘ορθού’ γλωσσικού κώδικα: Όλοι μας την ζωή πασχίζουμε να ‘δαμάσουμε’ τους κώδικες της γλώσσας, επιλέγοντας την κάθε φορά ορθή λέξη.’ Και το σημείο αυτό τονίζεται έντονα με τρόπο που μετασχηματίζει την γλώσσα σε ‘σκλαβιά’ όπως ρητά δηλώνει η γυναίκα της νουβέλας.

«Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς».[6] Το σημαίνον της ‘απολύτρωσης’ εκλείπει, διευρύνοντας τα όρια μίας αφήγησης απο-ηρωοποιημένης και απο-ιεροποιημένης. Μία καθημερινή γυναίκα κινείται στον πραγματικό χρόνο, ή αλλιώς, καθιστά το απτό, το άμεσο και το βραχυπρόθεσμο στη μόνη πραγματικότητα. Είναι σε αυτό το σημείο όπου και εντός του διηγήματος και μάλιστα προς το τέλος του, υπεισέρχεται το στοιχείο της μνήμης, του  πεδίου  που αποκτά τους επι-γενόμενους όρους μίας σημαίνουσας παραδοχής, που παράλληλα αποκαλύπτει ό,τι ειπώθηκε προηγουμένως. «Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι».[7]

Μία μετέωρη γυναίκα, με όρους θλίψης και αποξένωσης από ό,τι συνιστά την ‘επιτυχία,’ αναζητεί τον βηματισμό σε μία μετέωρη και ‘υπνωτισμένη’ κοινωνία, εμπερικλείοντας το υπόδειγμα της ομολογίας που δεν είναι ομολογία ‘ενοχής,’ αλλά επώδυνης επίγνωσης που αποκτάται λέξη-λέξη: «Λάθος άνθρωποι, λάθος κόσμος, λάθος λέξεις- και όλα αυτά τα συνειδητοποίησα σε μία ηλικία λάθος επίσης».[8]

Το ενδεχόμενο της επιστροφής δεν υπάρχει. Αντιθέτως, καθίσταται εμφανής η στροφή προς τις εκφάνσεις της επίγνωσης. Τελικά, η γλώσσα εγκλωβίζει, ή ο κομφορμισμός που εμβαπτίζεται στα νάματα της ‘ευτυχίας,’ οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής; Ο συγγραφέας αφήνει το ερώτημα ανοιχτό. Το στοιχείο μίας, κατά τον Fowler «ελαστικότητας» (elasticity),[9] σημασιοδοτείται και σε αυτό το διήγημα. Η «ελαστικότητα» ως προς τον λόγο και την ροή του μένει ανοικτή σε παρεκβάσεις, ενώ μορφολογικά, υπαινίσσεται μία ‘ζωή-λάστιχο,’ διαπερατή από τις προσδοκίες των άλλων.

[1] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο,’ Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2015.

[2] Εάν συνεχίσουμε μία συγκριτικού τύπου, προσέγγιση, τότε θα αναφέρουμε πως η πλοκή της ‘Καθόδου’ εξελίσσεται στην ύπαιθρο, σε ένα τοπίο ξερό και άνυδρο, ενώ αντίστοιχα, το ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο’ εντάσσεται στην κατηγορία της νουβέλας πόλης και περαιτέρω, της νουβέλας που εξελίσσεται εντός ενός κλειστού διαμερίσματος. Η αίσθηση της ‘ασφυξίας’ εντείνεται και στα δύο.

[3] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο…ό.π., σελ. 27.

[4] Το στοιχείο που συμβάλλει σε έναν εγκλωβισμένο βίο είναι, αφενός μεν το στοιχείο των έμφυλων υποχρεώσεων εντός οικογενειακής ζωής, και, αφετέρου, η επιλογή της ‘ανεξάρτητης’ γυναικείας ζωής, της ζωής δίχως οικογενειακές υποχρεώσεις. Η ευχαρίστηση απουσιάζει, κατά την αφηγήτρια, και από τις δύο εκδοχές, με το πρόσημο της ζωής στο ‘κουτί’ και της χειραφετημένης εκδοχής να καταλήγουν σε μία ίδια στεγανοποίηση. Ιδέες και θεωρίες τίθενται υπό έντονη επεξεργασία από τον Θανάση Βαλτινό.

[5] Βλέπε σχετικά, Αθανασοπούλου Μαρία, ‘Η πρωτοπόρος γραφή ενός πολύπτυχου αναγνώσματος,’ στο: Περιοδικό ‘Νέα Εστία,’ Τόμος 178ος, Τεύχος 1869, Ιούνιος 2016, σελ. 623.

[6] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο…ό.π., σελ. 82. Η γλώσσα νοηματοδοτείται ‘φορτισμένο’ ως πεδίο ‘ξενότητας’ και ως προς τον ίδιο τον εαυτό.

[7] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο…ό.π., σελ. 84. Δύναται η μνήμη που ρητά δηλώνεται, υπαρξιακώ τω τρόπω, ό,τι «είναι», να αντιστοιχεί στην έννοια της «δίκαιης μνήμης» του Paul Ricouer, ως τη μόνη εκείνη πλαισίωση όπου τα πράγματα, οι κοινωνικές συνθήκες και οι επιλογές αποκτούν την χροιά και τις διαστάσεις, έστω και μετα-χρονολογημένα, που τους αξίζουν; Το διήγημα μνημονικοποιείται στο βαθμό που την εγγράφει ως καίριο στοιχείο ‘δικαιοσύνης.’ Η μνήμη δεν σπεύδει να κάνει στην άκρη («δεν παραμερίζεται»), αλλά σχηματοποιεί ένα έντονο και εκτατικό ‘εδώ’ που διαπερνά εγκάρσια την ζωή στο διαμέρισμα, την ζωή εντός μνήμης.

[8] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε Βαθύ, Σχεδόν Μαύρο…ό.π., σελ. 81.

[9] Αναφέρεται στο: Καρυπίδου Κατρίν, ‘Ο λογοτεχνικός κανόνας της Μεταπολίτευσης,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 10/06/2020, σελ. 50.

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)