Δεν ανταποκρίνονται στις δεσμεύσεις τους για το προσφυγικό τα κράτη μέλη της ΕΕ


Τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους, αλλά και να υπερβούν τις υποσχέσεις τους για την επανεγκατάσταση προσφύγων, καθώς μόνο 7.821 είχαν επανεγκατασταθεί σε όλη την Ένωση μέχρι το τέλος Αυγούστου, από τις 20.000 που είχαν υποσχεθεί για φέτος.

Μέσω του Παγκόσμιου Συμφώνου για τους Πρόσφυγες, με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, μια ομάδα χωρών της ΕΕ δεσμεύτηκε να επανεγκαταστήσει 50.000 άτομα μεταξύ 2020 και 2022, ωστόσο υπολείπονται σημαντικά σε όλους τους τομείς. Και ακόμη και αν τα κράτη πετύχαιναν τους δικούς τους στόχους, θα αντιστοιχούσαν μόλις στο 1% των παγκόσμιων αναγκών.

«Φέτος, έχουν δεσμευτεί να επανεγκαταστήσουν πάνω από 20.000 πρόσφυγες και θέλουμε να το δούμε αυτό, επειδή αυτή είναι η δέσμευση που έχουν αναλάβει. Είναι πολύ δύσκολο για όλους τους εμπλεκόμενους εάν αυτές οι δεσμεύσεις δεν είναι αξιόπιστες», δήλωσε στη EURACTIV η Olivia Sundberg, σύμβουλος πολιτικής και συνηγορίας για την επανεγκατάσταση προσφύγων στη Διεθνή Επιτροπή Διάσωσης, σε συνέντευξή της.

Καθώς τα κράτη μέλη της ΕΕ πρόκειται να δώσουν νέες δεσμεύσεις για την επανεγκατάσταση προσφύγων για το 2023 την Παρασκευή (7 Οκτωβρίου), οι ανθρωπιστικές οργανώσεις τα παρακαλούν όχι απλώς να τηρήσουν τους προηγούμενους στόχους τους, αλλά να στοχεύσουν υψηλότερα.

«Το πρώτο βήμα είναι να τηρήσετε τις δεσμεύσεις που έχετε αναλάβει για την επανεγκατάσταση, αλλά κοιτάζοντας μπροστά, θέλουμε να δούμε πολύ περισσότερες φιλοδοξίες και πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις στην επανεγκατάσταση προσφύγων, ώστε η ΕΕ να διαδραματίσει έναν ρόλο που να είναι πιο ανάλογος με το τι μπορεί να κάνει με τις δυνατότητές της», πρόσθεσε η Sundberg.

Μία από τις λίγες ασφαλείς οδούς

Η επανεγκατάσταση είναι μια διαδικασία κατά την οποία οι πρόσφυγες μεταφέρονται από τη χώρα στην οποία ζήτησαν άσυλο σε άλλη χώρα η οποία έχει συμφωνήσει να τους φιλοξενήσει και τελικά να τους χορηγήσει μόνιμη διαμονή.

Η διαδικασία επανεγκατάστασης είναι μία από τις λίγες ασφαλείς οδούς για ευάλωτους ανθρώπους που φθάνουν στην ΕΕ και επίσης ανακουφίζει σημαντικά τις χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες, όπως η Λιβύη, ο Λίβανος και η Ουγκάντα.

Ωστόσο, ο ελάχιστος αριθμός περιπτώσεων επανεγκατάστασης που περνούν με το σταγονόμετρο από τα σύνορα της ΕΕ έχει σημαντικό αντίκτυπο όχι μόνο στα κράτη παροχής ασύλου αλλά και στους ίδιους τους πρόσφυγες.

«Κάθε φορά που δεν τηρούνται οι δεσμεύσεις επανεγκατάστασης, βλέπουμε τι συμβαίνει για τους ανθρώπους που βάζουν τη ζωή τους σε αναμονή, οι οποίοι μερικές φορές περιμένουν επτά ή οκτώ χρόνια για να επανεγκατασταθούν. Βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Για τις χώρες που τους φιλοξενούν, η επανεγκατάσταση υποτίθεται ότι είναι ένα εργαλείο αλληλεγγύης, αλλά όταν οι δεσμεύσεις δεν υλοποιούνται, πρόκειται για ένα αυξημένο βάρος», εξηγεί η Sundberg.

«Είναι μια ανθρωπιστική συνέπεια κάθε φορά που η επανεγκατάσταση δεν υλοποιείται», προσθέτει.

Ώρα να διασφαλιστεί το μέλλον της επανεγκατάστασης

Τι είναι όμως η αιτία για τους θλιβερούς αριθμούς και την αποτυχία να υλοποιηθούν οι ήδη αναληφθείσες δεσμεύσεις; Η Sundberg λέει ότι η πανδημία COVID-19, η αλλαγή καθεστώτος στο Αφγανιστάν, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τώρα η παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή κρίση παίζουν ρόλο. Αλλά είναι ανένδοτη ότι αυτό δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία.

«Πάντα θα υπάρχει κάποιο είδος έκτακτης ανάγκης και η επανεγκατάσταση συνεχίζει να αποπροτεραιοποιείται. Η χρηματοδότηση ανακατανέμεται και οι χώροι στέγασης ανακατανέμονται, αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην έλλειψη ετοιμότητας. Τα κράτη δεν επενδύουν στην ικανότητα υποδοχής ή δεν σχεδιάζουν εκ των προτέρων, ώστε η επανεγκατάσταση να είναι πιο ευέλικτη και ανθεκτική στο μέλλον».

Όσον αφορά την ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό, η Sundberg επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το ζήτημα αυτό εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα της ΕΕ σε χώρες που αγωνίζονται να στεγάσουν πρόσφυγες που έχουν ανάγκη επανεγκατάστασης.

«Έχουν αναλάβει δεσμεύσεις για τον παγκόσμιο επιμερισμό της ευθύνης με άλλες χώρες που αγωνίζονται να παράσχουν επαρκή υποστήριξη στους πρόσφυγες και αντιμετωπίζουν τις ίδιες προκλήσεις. Επίσης, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στην Ουκρανία δεν έχουν περιοριστεί στην Ευρώπη- επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις χώρες εκείνες που για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα φιλοξενούσαν τη συντριπτική πλειονότητα των προσφύγων», δήλωσε.

Επιπλέον, σημειώνει ότι υπάρχουν ΜΚΟ, θρησκευτικά ιδρύματα, ακόμη και εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις σε κάθε κράτος μέλος που είναι πρόθυμοι και ικανοί να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των κατάλληλων δικτύων και υποδομών για την κλιμάκωση της επανεγκατάστασης.

Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Sundberg εξηγεί διάφορους μηχανισμούς και ακόμη και δόσεις οικονομικής στήριξης που μπορούν να αξιοποιηθούν από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων 10.000 ευρώ ανά επανεγκατεστημένο πρόσφυγα και περισσότερα κονδύλια για την ένταξη.

«Τα κράτη μέλη πρέπει να κάνουν πλήρη χρήση αυτών των εργαλείων», επιμένει η Sundberg, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη έχει τεράστια ικανότητα να υποδεχθεί πρόσφυγες, αν αναλογιστεί κανείς όλες τις διάφορες πρωτοβουλίες.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να μην σηκώνουν το βάρος τους και ο αριθμός των ανθρώπων που χρειάζονται επανεγκατάσταση θα αυξηθεί κατά 36% το επόμενο έτος, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός τους να ξεπεράσει τα δύο εκατομμύρια παγκοσμίως.

Από αυτούς, η Σουηδία, η Γαλλία και η Γερμανία πρωτοστατούν.

Μέχρι τις 31 Αυγούστου, η Σουηδία επανεγκατέστησε 2.164 πρόσφυγες, ακολουθούμενη από τη Γαλλία με 1.778 και τη Γερμανία με 1.657. Από τη Σουηδία και τη Γερμανία, οι αριθμοί αυτοί αποτελούν σημαντική μείωση σε σχέση με το 2021, κατά τη διάρκεια του οποίου και οι δύο επανεγκατέστησαν περισσότερα από 5.000 άτομα.

Πηγή: euractiv.gr