ΝΗΣΤΕΙΑ….ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ της Αλεξάνδρας Σταματουλάκη

Ήτο Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν ενέσκηψεν η φονική πανδημία. Εν μέσω προσευχής και νηστείας ήρθε να ανατρέψει τα χρηστά μας ήθη. Η κυρα- Αργυρώ, ογδοηκοντούτης ετών γραία, ευλαβής εις τα θεία, ενήστευε και επροσεύχετο νυχθημερόν. Ο άντρας της υπέργυρος και αυτός δεν την ηκολούθει, εθεώρει σωστό “να πα φαγωμένος κι ευχαριστημένος”, ως έλεγε, και διαρκώς ενέδιδε στους πειρασμούς τρώγοντας ό,τι τραβούσε η όρεξή του, παρά τις επιπλήξεις της γυναικός του, που Εβραίο τον ανέβαζε Εβραίο τον κατέβαζε.

Ευτυχώς όμως για εκείνον, τα παιδιά τους τούς είχαν προμηθέψει με του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά.

-Είντα μου κουβαλήσατε νωρίς νωρίς τα πασχαλινά, αφού νηστεύγομε, μέρες που’ναι! – Μάνα άσε τις νηστείες για φέτος. Να ‘χετε να τρώτε γιατί αλλάξανε τα πράματα.

Και τω όντι! Οι επισκέψεις στα μαγαζιά της τροφοδοσίας περιορίστηκαν και ο καθένας με ό,τι είχε επορεύετο.

Η κυρα Αργυρώ εξηκολούθη με ζήλο την νηστεία της. Υπόδειγμα θέλησης, πίστης, υπομονής και εγκαρτέρησης. Με το βραστικό της που το συνόδευαν ελίτσες και παξιμαδάκι μια χαρά ήταν. Κι ενώ οι ελίτσες τελείωσαν τα τυριά μες στο ψυγείο παρέμεναν αφάγωτα. Εκείνη, ως ευσεβής χριστιανή, περίμενε καρτερικά να έρθει η επόμενη τροφοδοσία.

Ένα πρωινό ανοίγοντας το ψυγείο, τής χτύπησε μια άσχημη μυρωδιά. Κι εκεί ήταν που μπήκε ο πειρασμός μέσα της. “Μα είναι σωστό να ξυνίζουν τα τυριά, να τα πετάξομε και άλλοι να πεινούν; συλλογίστηκε. Τόσος κόσμος πεθαίνει απ’ την πείνα. Αμαρτία απ’ το Θεό. Εμείς ποτέ δεν επετούσαμε ούτε τη δύναμή μας από το πιάτο μας. “

Εν μέσω τοιούτων συλλογισμών επήρε το τυρί και έκοψε μια φέτα. “Είντα ψυχή την έχει ένα παρτσαδάκι τυρί; Είναι και κομμάτι αρπαγμένο, έσπευσε να δικαιολογήσει τον εαυτόν της.”

Πέρασε το πρωινό και λίγο πριν το μεσημέρι την ώρα που θα μαγείρευε τη χορτόσουπά της την εσκούντησε και πάλι ο Σατανάς.

“Επάσκασα που επάσκασα το τυρί το πρωί εν κάνω μια τραχανόσουπα α ρίξω και το υπόλοιπο, κρίμα α το πετάξω,α με πιάσει και λιγάκι;” Και ‘πριν αλέκτωρ λαλήσει” πράττει δευτέρα αμαρτία. Όμως θες από το πολυκαιρισμένο τυρί, θες από τις τύψεις συνειδήσεως η τραχανόσουπα της έπεσε βαριά Έτσι το βράδυ το στομάχι της σα να’θελε ένα ζεστό γάλα για ηρεμιστικό. Τρίτη φορά ευρέθη προ διλήμματος. Νέοι συλλογισμοί, νέες δικαιολογίες. “Ο Κύριος δεν είπε, ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει; Σάματις δεν είμαι ασθενής ;”

Βράζει το γάλα και το πίνει με μια ρουφηξιά.

Επήγε να πλαγιάσει αλλά πριν καλά καλά προλάβει επέρασεν από το μυαλό της πως ήταν Μεγάλη Τρίτη, είχε χάσει βλέπετε τις μέρες από την μονοτονία του εγκλεισμού, και έντρομη πετάχτηκε πάνω. Συμφορά ανήκουστος!

“Είντα ‘παθα η αθεόφοβη , Μεγαλοβδομαδιάτικα!”

Τότε αισθανόμενη το βάρος του αμαρτήματός της μεγάλη ταραχή καρδίας εδοκίμασεν και ως παραστρατημένη Κασσιανή εζήτει την παρηγορίαν και ευσπλαχνίαν του Κυρίου. “Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή…” έψαλλε και ξανάψελνε το τροπάριο μετανοημένη και εξομολογούμενη ….μέχρι τα ξημερώματα που την πήρε ο ύπνος.

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)