Σαν Σήμερα: Η γενοκτονία των Ποντίων 100+1 χρόνια μετά…

Ο Χάρτης της διεκδικούμενης Δημοκρατίας του Πόντου, 1918-1922

Ακρίτες και εκφραστές του Ελληνισμού

Οι Πόντιοι μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453 και την Άλωση της Τραπεζούντας το 1461 συνέχισαν να διαβιούν και να προοδεύουν στη γη του Πόντου, στα παράλια του Εύξεινου (=φιλόξενου) Πόντου. Η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Σαμψούντα, η Αμάσεια, τα Σούρμενα, η Αργυρούπολη, ήταν πόλεις ανεπτυγμένες και πλούσιες. Το φρόνημα των κατοίκων και η ελληνική τους συνείδηση παρέμεναν αναλλοίωτα στο πέρασμα των αιώνων παρά την απομόνωσή τους από τον υπόλοιπο κορμό του ελληνικού έθνους. Η οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της περιοχής οδήγησε και σε δημογραφική έκρηξη, με τον αριθμό των κατοίκων να ανέρχεται σε 700.000 στις αρχές του 20ου αιώνα, σύμφωνα με τις πηγές. Διέθεταν σχολεία, μεταξύ των οποίων το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, εφημερίδες, περιοδικά, θέατρα και λέσχες.

 

Η αντίστροφη μέτρηση και το τραγικό τέλος

Όταν ξεκίνησε το Κίνημα των Νεότουρκων το 1908, όλοι πίστεψαν ότι μετά την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ξεκινούσε μια νέα εποχή στο κράτος αυτό. Διαψεύστηκαν όμως πολύ γρήγορα, καθώς αποκαλύφθηκε το πραγματικό πρόσωπο του κινήματος, των εμπνευστών του και κυρίως του Μουσταφά Κεμάλ, του νέου ηγέτη που αναδείχτηκε. Ο παντουρκισμός και η εξολόθρευση κάθε μη τουρκικού και μουσουλμανικού στοιχείου προωθήθηκαν βάσει οργανωμένου σχεδίου με κάθε μέσο. Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914), όταν οι υπόλοιπες χώρες ήταν απασχολημένες με τα πολεμικά γεγονότα. Μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων ήρθε η σειρά των ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών.

Η αρχή γίνεται με τα “Τάγματα Εργασίας” (“Αμελέ Ταμπουρού”) στα οποία εξαναγκάστηκαν να δουλεύουν Πόντιοι κάτω από εξοντωτικές και απάνθρωπες συνθήκες σε λατομεία, ορυχεία και διανοίξεις δρόμων. Την ίδια περίοδο πραγματοποιούνται ταυτόχρονα συστηματικές και οργανωμένες διώξεις των πληθυσμών αυτών με πυρπολήσεις των χωριών τους και εξορίες. «Καραβάνια» ανθρώπων εγκαταλείπουν τις εστίες τους ή ξεκινούν αντάρτικα στα βουνά. Χιλιάδες πεθαίνουν από το κρύο, την πείνα και τις κακουχίες μην μπορώντας να φτάσουν σε ασφαλές μέρος.

Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ πατάει το πόδι του στη Σαμψούντα και ξεκινάει και τυπικά η τελευταία και πιο άγρια φάση του σχεδίου εξόντωσης. Δίνει αμετάκλητη εντολή διενέργειας μαζικών επιχειρήσεων κατά του πληθυσμού. Οι σφαγές, οι πυρπολήσεις χωριών και οι εκτοπίσεις πληθυσμών γίνονται πλέον χωρίς έλεος. Μέχρι το 1923 η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί  βαμμένη στο αίμα εκατοντάδων χιλιάδων αθώων. Οι μαρτυρίες τρομακτικές και θυμίζουν μεθόδους του ναζιστικού καθεστώτος:

«Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξόριζαν τους Έλληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέπουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων. Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους εκτοπιζόμενους, εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουστούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς, με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν τον γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο….». Η σιωπή της διεθνούς κοινότητας όταν άρχισαν να γνωστοποιούνται τα τραγικά γεγονότα, κατέστησε το δράμα του ποντιακού ελληνισμού ακόμη μεγαλύτερο.

Η Βουλή των Ελλήνων το 1994 κατόπιν εισήγησης του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, αναγνώρισε τη γενοκτονία και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Εκτός από την Ελλάδα, τη γενοκτονία των Ποντίων αναγνωρίζουν επίσημα η Κύπρος, η Αρμενία, η Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας, οκτώ πολιτείες των ΗΠΑ, η Βουλή της Πολιτείας της Νότιας Αυστραλίας, η Αυστρία, η Ολλανδία, και η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών. Η Τουρκία αρνείται με οργή και μένος ως σήμερα, όπως άλλωστε και με την γενοκτονία των Αρμενίων, να αναγνωρίσει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που έχουν διαπραχθεί σε βάρος του ποντιακού ελληνισμού, ισχυριζόμενη ότι χάθηκαν περίπου –σύμφωνα με τους υπολογισμούς – 350.000 Πόντιοι λόγω των κακουχιών του πολέμου!

Η στάση της ένοχης Τουρκίας δεν αναιρεί την ιστορική πραγματικότητα. Οι Πόντιοι θα θυμούνται και θα τιμούν πάντοτε τους προγόνους, την ιστορία και τις παραδόσεις τους με τους χορούς και την αρχαιοπρεπή διάλεκτό τους και θα συγκινούν με τη λεβεντιά και το ελληνικό τους φρόνημα, όπου κι αν ζουν.

Πηγές: Βικιπαίδεια, news247.gr, pontosnews.gr

Επιμέλεια άρθρου: Μαριάννα Μαρκάκη

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)