Στέλιος Κουμπιάς: 9η Ιουνίου 1998… Δεν ξεχνώ! – Ναυτικά αφηγήματα

Στο σημερινό δρομολόγιο στο ταξίδι του παρελθόντος θα κάνω μια μεγάλη «δρασκελιά» μια απόκλιση από την «πορεία» στο χρόνο για να έλθω στον Ιούνιο του1998 και συγκεκριμένα την Τρίτη 9 Ιουνίου 1998, που για έμενα προσωπικά έχει χαραχθεί στην μνήμη μου σαν την πιο δύσκολη και επικίνδυνη στιγμή της θαλασσινής μου καριέρας μιας και εκείνη την μέρα είδα όπως λέμε «τον χάρο κατάματα».

Με το πλοίο «Μακεδονία Ι» της εταιρείας Tsakos Shipping and Trading s.a , φορτώσαμε αργό πετρέλαιο (Crude Oil ) από το Khark Island στο Ιράν και είχαμε αναχωρήσει την Παρασκευή 5 Ιουνίου 1998 με προορισμό το λιμάνι εκφόρτωσης Ningbo της Κίνας.

Το “Μακεδονία Ι” ήταν πλοίο τύπου «Ore/Oil» δηλαδή μπορούσε να φορτώσει δύο είδη φορτίων Κάρβουνο ή πετρέλαιο /παράγωγα πετρελαίου, ήταν κατασκευασμένο στην Ιαπωνία το 1974 για Γαλλική εταιρεία από την οποία και το αγόρασε η εταιρεία του καπετάν Παναγιώτη Τσάκου. Αξέχαστο θα μείνει το accommodation(κατάλυμα πληρώματος) του πλοίου, μεγάλες και ευρύχωρες καμπίνες και ειδικά του πλοιάρχου και αξιωματικών ήταν σαν «γκαρσονιέρες», με ξεχωριστό χειρουργείο και νοσοκομείο, με κελάρι για κρασιά με δωμάτιο εκτύπωσης φωτογραφιών και πολλά άλλα, κάτι που δύσκολα συναντούσες και μπορεί να συναντήσεις ακόμη και σήμερα.

Την Τρίτη 9 Ιουνίου 1998 βρισκόμασταν στον Ινδικό ωκεανό και στο ύψος των νήσων Lakshadweep της Ινδίας, όπου μετά το μεσημεριανό φαγητό και γύρω στις 13:00 τοπική ώρα ο Α΄ Μηχανικός  ειδοποίησε τον Αξιωματικό φυλακής γέφυρας ότι πρέπει να σταματήσουμε λόγω κάποιας βλάβης στην κύρια μηχανή, και έτσι μετά από περίπου μια ώρα είμασταν σε ακυβερνησία.

Μετά από 3 ώρες και κατά της 16:00 τοπική ώρα αποκαταστάθηκε η βλάβη και συνεχίσαμε την πορεία μας για τον προορισμό μας, και ενώ ο καιρός μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν πολύ καλός, παρατήρησα στον ορίζοντα μία “μαυρίλα” και έντονο αίσθημα ψύχρας, αυτό δεν μ ‘άρεσε καθόλου και “έριξα” πάλι μια ματιά στα δελτία καιρού που είχαμε πάρει έως εκείνη την ώρα αλλά έδειχναν «καθαρά» , δεν έδιναν κάτι το ανησυχητικό για την περιοχή που πλέαμε αν και ήταν περίοδος των τροπικών κυκλώνων και δίναμε ιδιαίτερη προσοχή στα δελτία καιρού.

Όσο περνούσε η ώρα τόσο ο καιρός δυνάμωνε και κατά της 6 το απόγευμα η μεταβολή του καιρού ήταν απίστευτη και η βαρομετρική πίεση έπεφτε τόσο γρήγορα που μπούκωναν τα αυτιά μας, και για να το καταλάβετε, έτσι όπως στο αεροπλάνο όταν ανεβαίνει ή κατεβαίνει ύψος, φυσικά λόγω των καιρικών συνθηκών μειώσαμε την ταχύτητα του πλοίου στο ελάχιστο και  το τιμόνι από την αυτόματη θέση σε χειροκίνητη.

Τελικά στις 7 το βράδυ γινόταν ο χαμός, η ταχύτητα ανέμου πάνω από 140 χιλιόμετρα/ώρα, ύψος κυμάτων… αμέτρητο, στην ίδια πορεία και σε κοντινή απόσταση βρισκόταν άλλα 2 πλοία με τα οποία είχαμε επαφή σε τακτά διαστήματα και όπως μας ενημέρωσαν ούτε και αυτοί είχαν πάρει κάποια έκτακτη ειδοποίηση για επιδείνωση του καιρού.

Το μόνο σίγουρο ήταν ότι είχαμε πέσει σε κυκλώνα και μετά από λίγες ώρες δηλαδή γύρω στις 12 με 1 το βράδυ είχαμε μπει στο “μάτι” του κυκλώνα, πραγματικά εκεί στο μάτι ηρέμησαν τα πάντα, ξαστέρωσε ο ουρανός και επικρατούσε μια νεκρική ηρεμία, το λέω και ανατριχιάζω.

Κατάλαβα ότι είχαμε διασχίσει το μισό κομμάτι του κυκλώνα και πηγαίναμε με την βοήθεια του Αγίου Νικόλα να περάσουμε το άλλο μισό, δηλαδή ακόμη ένα εφιαλτικό εξάωρο.

Περνώντας το “μάτι” άρχισαν πάλι τα “όργανα” εφόσον μπήκαμε στο δεύτερο ήμισυ του κυκλώνα και δεν μας έφτανε αυτό, ήρθε ο Α’ Μηχανικός στην γέφυρα και μας ενημέρωσε ότι έχουμε μείνει με ένα μόνο μοτέρ στο πηδάλιο και αυτό υπολειτουργούσε,  ενώ στην γέφυρα λόγω της κατάστασης που βρισκόμασταν και από τον έντονο φόβο όλο σχεδόν το πλήρωμα εκτός των μηχανικών που ήταν βάρδια ήταν στην γέφυρα με τα σωσίβια τους. Στο άκουσμα της είδησης από τον Α΄ Μηχανικό όλοι πάγωσαν γιατί κατάλαβαν ότι βρισκόμαστε σε πολύ δεινή θέση, και όλοι πλέον εκτός από τον κυκλώνα είχαμε την σκέψη μας στο δωμάτιο πηδαλιουχίας και στο μοτέρ του πηδαλίου.

Με την βοήθεια του Θεού και του Αγίου Νικολάου είδαμε το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας και ο καιρός άρχισε σιγά-σιγά να «σπάει», ήρθαμε σε επαφή με το ένα από τα δύο πλοία που συμπλέαμε, ένα καινούργιο υπερδεξαμενόπλοιο Αγγλικής εταιρείας, ενώ το άλλο πλοίο ένα φορτηγό που ήταν φορτωμένο με «χελώνες» δεν ακούστηκε, παρά τις προσπάθειες που κάναμε και τα δύο πλοία να έλθουμε σε επαφή μαζί του, και δυστυχώς  μετά από λίγες ώρες μάθαμε ότι είχε χαθεί παίρνοντας μαζί του 26 ψυχές.

Όσο περνούσε η ώρα όλο και ο καιρός καλυτέρευε και έτσι γύρω στο μεσημέρι βγήκαμε για επιθεώρηση στην κουβέρτα για καταγραφή τυχόν ζημιών, και δυστυχώς ανακαλύψαμε  πολλές ζημιές και πολλά κρακ στην κουβέρτα, να σκεφτείτε είχαν εξαφανιστεί πλατφόρμες και σκάλες που περνούσαν πάνω από τις σωλήνες και ένωναν τις πλευρές του πλοίου, οι  σωληνώσεις στο πλωριό μέρος λες και τις είχες πιάσει με το χέρι και τις έκανες «οκτάρια», μιλάμε για τόνους, αυτή είναι η απίστευτη δύναμη της θάλασσας.

Φυσικά το ποιο τρελό και απίστευτο ήταν όταν μετά από λίγη ώρα πήραμε μετεωρολογικό δελτίο όπου οι Ινδοί έδιναν την πρόβλεψη για τον κυκλώνα…τι να πεις, εδώ σταματάει η λογική.

Δεν πρόκειται να ξεχάσω όσο ζω την αγωνία και τον φόβο που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια και τα πρόσωπα του πληρώματος, γιατί αυτό το 12ωρο του θανάτου εκτός των μηχανικών που είχαν βάρδια, ήταν όλοι στην γέφυρα με τα σωσίβια και ισχυροψύχια τους.

Όταν πλέον ηρεμήσαμε και επανήλθαμε στην κανονικότητα, ενημερώσαμε το γραφείο για το τι συνέβη τις τελευταίες ώρες και για τις ζημιές που προκλήθηκαν και ενημερωθήκαμε ότι στο πέρασμα από την Σιγκαπούρη θα στείλουν τις σκάλες-πλατφόρμες και σωλήνες για να τις αντικαταστήσουμε στο σκέλος του ταξιδιού από Σιγκαπούρη για Κίνα, και μετά την εκφόρτωση θα κάναμε όλα τα αμπάρια gas-free(ελεύθερες αερίων) για να επισκευάσου με τα κρακ στην κουβέρτα τα οποία είχαμε καλύψει προσωρινά με plastic steel(πλαστικό χάλυβα).

Επόμενο τηλέφωνο ήταν στο σπίτι μου, εδώ να σας πω ότι όσα χρόνια ταξίδευα ότι κακό και δυσάρεστο να περνούσα στα πλοία δεν το μετέφερα στην οικογένεια μου, σε εκείνο το τηλεφώνημα είπα στην σύζυγό μου ξεκίνα από την «γειτόνισσά» μας την Αγία Παρασκευή και μετά στον Άγιο Νικόλαο και στον δρόμο σου όποια εκκλησιά συναντάς θα ανάβεις και μια λαμπάδα, φυσικά με ρώτησε τι συνέβη, αλλά έμαθε όλη την αλήθεια όταν πλέον είχα επιστρέψει στην Χίο.

Το “Μακεδονία” ήταν παλιό σκαρί αλλά είχε πάρα πολλές ενισχύσεις στην πλώρη και αυτό μας έσωσε. Από το «Μακεδονία Ι» ξεμπαρκάρισα στις 25 Ιουλίου του 1998, και μετά από συνεννόηση με το γραφείο γύρισα πάλι στο «Μακεδονία Ι» την 1η Μαρτίου 1999 στην Φουτζαϊρα των Η.Α.Ε όπου βρισκόταν αγκυροβολημένο σαν αποθήκη και μετά από λίγους μήνες και συγκεκριμένα στις 30 Ιουνίου 1999 το πήγαμε και το αφήσαμε στο νεκροταφείο πλοίων στο Καντάνι του Πακιστάν, όπου φεύγοντας του έδωσα το ποιο δυνατό φιλί, δείγμα ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας γιατί πριν ένα χρόνο μας είχε σώσει από τον κυκλώνα και επιστρέψαμε σώοι στα σπίτια μας, ενώ τώρα το αφήναμε για να πάρει την σειρά του στο διαλυτήριο.

Έτσι για εμένα κάθε χρόνο και μέχρι να «φύγω» για το επόμενο μεγάλο και αιώνιο  ταξίδι, η 9η Ιουνίου θα είναι ημέρα μνήμης και ευγνωμοσύνης!!.

 

Με εκτίμηση

                                                                                                                                                                                    Στέλιος Κουμπιάς

Συνταξιούχος Πλοίαρχος Ε.Ν

 

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)