Στην άλωση της Πόλης το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε στα πατρογονικά εδάφη. Το ’22 ξεκληρίστηκε ο ελληνικός πολιτισμός και το ελληνικό πνεύμα απ’ ολόκληρη την Ανατολία.

Η σημερινή επετειακή ομιλία του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου Αιμιλιανού Ευαγγελινού στον Άγιο Χαράλαμπο Βαρβασίου στην μνήμη του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Σεβασμιότατε,
Κυρίες και κύριοι,

Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η εκφώνηση της επετειακής ομιλίας στις φετινές εκδηλώσεις μνήμης για τον μικρασιατικό Ελληνισμό.

Στέκομαι όμως μπροστά σας σήμερα, δεν σας το κρύβω, με δέος και σεβασμό. Δέος λόγω του αδιαμφισβήτητου εθνικού «βάρους» του θέματος και σεβασμό για τη μνήμη των Εθνομαρτύρων, των προγόνων αλλά και των χαμένων αλλά μη λησμονημένων πατρίδων.

Γι’ αυτό και ζητώ προκαταβολικά την επιείκειά σας.

Η γνώση του ιστορικού παρελθόντος με θαυμασμό αλλά χωρίς περιττές εξιδανικεύσεις και με ρεαλισμό και σωστή κρίση είναι το θεμέλιο της κοινωνίας του μέλλοντος.

Γιατί, όπως συχνά ακούγεται και είναι σωστό, «λαός χωρίς μνήμη δεν έχει μέλλον και είναι καταδικασμένος να επαναλάβει στην πορεία του τα ίδια οδυνηρά λάθη του παρελθόντος».

Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι ίσως η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στη ιστορία του Ελληνισμού. Γιατί συντελέστηκε η βίαιη και βάρβαρη απομάκρυνση από την πατρογονική γη ενός ακμαίου πληθυσμού 2.500.000 ανθρώπων που περίπου το 1.000.000 από αυτούς εξοντώθηκε με τραγικό τρόπο.

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήταν το τέλος στο όνειρο της Μεγάλης Ιδέας που προσέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών της καθ’ ημάς Ανατολής, που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες.

Η παρουσία των Ελλήνων μέχρι το 1922 ήταν ιδιαίτερα έντονη στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Για τον μικρασιατικό ελληνισμό η Σμύρνη αποτελούσε οικονομικό, πολιτιστικό και εθνικό κέντρο, ιδιαίτερα για τους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους της ενδοχώρας.

Συνολικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού, κυριαρχούσαν οικονομικά και μολονότι ζούσαν ως μειονότητα σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά ακέραιη.

Οι Έλληνες ήλεγχαν πριν το 1922, το 50% του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας κεφαλαίου και το 60% των θέσεων εργασίας σε μεταποιητικούς κλάδους. Η κυριαρχία των Ελλήνων ήταν αδιαμφισβήτητη.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το 1914 το 46% από τους τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Έλληνες, το 52% των γιατρών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 29% των δικηγόρων ήταν επίσης ελληνικής καταγωγής.

Και οι Έλληνες μαθητές αντιπροσώπευαν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τους μουσουλμάνους μαθητές σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα είχε καταστεί συνώνυμη της γλώσσας του εμπορίου και της «καλής κοινωνίας».

Η τραγική κατάληξη του μικρασιατικού ελληνισμού είναι το μελανότερο σημείο όχι μόνο στη νεότερη ιστορία μας αλλά –θα τολμούσα να πω- και όλου του τότε αποκαλούμενου πολιτισμένου κόσμου.

Είναι η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση πώς αθώοι απλοί άνθρωποι πλήρωσαν το τίμημα των συμφεροντολογικών και οικονομικών σχεδιασμών επί χάρτου της διεθνούς και της ελληνικής, δυστυχώς, πολιτικής σκηνής.

Δεν είναι της παρούσης να αναλύσω με λεπτομέρεια τις αδιανόητες κινήσεις και αποφάσεις των τότε κυβερνώντων στην Ελλάδα που οδήγησαν στην τραγωδία. Όμως στην ιστορία έχει καταγραφεί και η ασύλληπτα κυνική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής απέναντι στα αθώα θύματα μιας γενοκτονίας που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια τους και εκείνοι εθελοτυφλούσαν.

Δεν ήταν μόνο η Σμύρνη, το διαμάντι της Ανατολής, που θρυμματίστηκε κάτω από τις ορδές του Κεμάλ και του Νουρεντίν Πασά.

Επρόκειτο για μια καλοστημένη και προσχεδιασμένη επιχείρηση εθνοκάθαρσης σε βάρος όλου του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, με στόχο τη δημιουργία ενός δήθεν αναμορφωμένου κράτους, ενώ στην πραγματικότητα οικοδομήθηκε ένα αυταρχικό καθεστώς με αποδοχή μόνο της τουρκικής καταγωγής και του μουσουλμανικού στοιχείου.

Η επιχείρηση αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από το 1914 με τη γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων γινόταν παράλληλα με τον ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με μαρτυρικούς βασανισμούς και βιασμούς, υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου.

Οι ατέλειωτες πορείες αιχμαλώτων, τα «τάγματα εργασίας» με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ΄ αυτά, οι σφαγές, οι θηριωδίες και οι εκτελέσεις σύμφωνα με τις αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων της «Ανεξαρτησίας», σφράγισαν ανεξίτηλα την ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού που ευημερούσε μέχρι τότε στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, αφού στήριξαν την Ελλάδα για όσο διάστημα αυτό εξυπηρέτησε τα συμφέροντά τους, το 1922 θεώρησαν σωστό να ενισχύσουν τον Μουσταφά Κεμάλ με παροχή οπλισμού και βοήθειας σε επιχειρησιακό επίπεδο, αφήνοντας τους Έλληνες να σφαγιάζονται.

Τα λάθη όμως και της δικής μας πολιτικής ηγεσίας είναι καλό να τονίζονται. Η κακοδαιμονία της φυλής μας προβάλλει πάντα την πλέον ακατάλληλη στιγμή προσφέροντας εύφορο έδαφος σε κάθε εχθρό: η διχόνοια. Ένα εκρηκτικό μείγμα απολύτου καταστροφής κυριαρχούσε στην Ελλάδα.

Και όπως συμβαίνει νομοτελειακά σε τέτοιες σκοτεινές περιόδους, η τραγωδία ακολουθεί. Ο εθνικός διχασμός των βενιζελικών και των αντιπάλων τους, ο πολιτικός φανατισμός, ο καιροσκοπισμός, οι ψεύτικες πολιτικές υποσχέσεις και η ανάδειξη σε καίριες θέσεις ευθύνης ακατάλληλων ανθρώπων έφεραν την τέλεια καταστροφή και την οριστική κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος συμπαρασύροντας όλη τη χώρα και ταπεινώνοντας το λαό της.

Το ανθρώπινο δράμα που εκτυλίχθηκε στην ιερή γη της Ιωνίας έχει περιγραφεί από αυτόπτες, από τους επιζήσαντες και τους απογόνους τους αλλά και όσους ευαισθητοποιήθηκαν την τραγική εκείνη περίοδο να προσφέρουν βοήθεια.

Το βάρος της ιστορίας των αλησμόνητων πατρίδων θα συνθλίβει για πάντα την ελληνική ψυχή.

Τον 7ο αιώνα π. Χ. εγκαταστάθηκαν σε αυτή τη γη οι πρώτοι Έλληνες άποικοι και ανέδειξαν όλο το μεγαλείο του ελληνικού πνεύματος, στα γράμματα, τον πολιτισμό, τις επιστήμες και τις τέχνες και έκτοτε αποτελούσε πάντοτε σε όλη τη μακραίωνη ιστορία της, την πατρογονική γη του ακμαιότερου τμήματος του Ελληνισμού.

Κι όμως, η τότε ελληνική κυβέρνηση εγκατέλειψε τους Έλληνες Μικρασιάτες στην τύχη τους φροντίζοντας μόνο για τη μεταφορά των αρχών και όσων στρατιωτών κατάφερναν να φθάσουν στα παράλια.

Η διαταγή «Στρατόν σώσατε, πολίτας εγκαταλείψατε», άνοιξε το δρόμο σε μια ανελέητη σφαγή των ελληνικών πληθυσμών από τον οργανωμένο τουρκικό στρατό και τους Τσέτες ατάκτους.

Με πρόσχημα τα αντίποινα σε λεηλασίες και βιαιοπραγίες που έγιναν από Έλληνες στρατιώτες σε τουρκικά χωριά κατά τη διάρκεια της προέλασης του στρατού μας στη Μικρά Ασία, χιλιάδες Έλληνες σφαγιάστηκαν και ολόκληρα χωριά αφανίστηκαν από τον χάρτη. Όλο και περισσότεροι πρόσφυγες και εξαθλιωμένοι στρατιώτες συνέρρεαν στη Σμύρνη ελπίζοντας ότι θα σωθούν.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν πλοία να προστατέψουν τους υπηκόους τους. Στις 25/8 ο ελληνικός στρατός εγκαταλείπει επίσημα την πόλη. Στις 27/8 φανατισμένοι και αιμοδιψείς Τσέτες ιππείς μπαίνουν στην πόλη και ξεκινούν τις σφαγές των αμάχων. Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος σφαγιάζεται, όπως και πλήθος ιερέων.

Οι ορθόδοξες εκκλησίες λεηλατούνται και καταστρέφονται. Σφαγές, βιασμοί, λεηλασίες, και τέλος η μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία και κατέστρεψε ολόκληρη σχεδόν την πόλη.

Μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες για τα τραγικά αυτά γεγονότα, είναι αυτή που καταγράφει η σπουδαία μικρασιάτισσα συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου, που έζησε τα γεγονότα και βίωσε την προσφυγιά και τις συνέπειές της. Στο βιβλίο της «Ματωμένα Χώματα», λέει χαρακτηριστικά:
«Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύννεφα ανηφορίζανε και μπερδευόταν το ένα με το άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι… Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή…

Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουν τα νερά σαν να ’ναι μώλος… Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε…

Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δεν σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία… Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Οι φλόγες… ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολάκερη… Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο… Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δεν θα βρεις να τονε περιγράψεις… Τι κάνουν λοιπόν οι προστάτες μας…

Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μην φτάνουν ίσαμε τ’ αυτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα εκείνα τα μαινόμενα στίφη! Κι η κανονιά δε ρίχτηκε, η εντολή δε δόθηκε……»

Χρόνια μετά, σε συνέντευξη για τα γεγονότα του 1922 ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Η πτώση της Κωνσταντινούπολης για το έθνος μας, δεν είχε τόση σημασία, όπως η έξοδος του ελληνισμού από τη Μικρασία. Ένα φοβερό πράμα… Στην άλωση της Πόλης το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε στα πατρογονικά εδάφη. Το ’22 ξεκληρίστηκε ο ελληνικός πολιτισμός και το ελληνικό πνεύμα απ’ ολόκληρη την Ανατολία. Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ’ την προγονική τους γη.

Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους.

Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά.

Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; τί να σκεφτούν; τί να ξεχάσουν; τί να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα απ’ το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν.
Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες.

Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ’ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές.

Κι είπαν: περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ’ αλάτι.

Τόσοι ήταν, ενάμισι εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.

Ψάχναν για τον αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….».
Οι ιστορικές καταγραφές και οι διασωθείσες φωτογραφίες της φλεγόμενης Σμύρνης συγκλονίζουν ως σήμερα. Ατελείωτο πλήθος ανθρώπων που κατέβαινε στην προκυμαία προσπαθώντας να γλυτώσει από τη φωτιά, τα πλοία όμως των ξένων δυνάμεων είχαν πάρει εντολή να μη βοηθήσουν.

Χιλιάδες άνθρωποι στην αποβάθρα, κουβαλώντας ό,τι μπόρεσαν να περισώσουν από τα υπάρχοντά τους, περίμεναν κάποιο πλεούμενο για να μπορέσουν να φύγουν. Υπάρχουν φρικιαστικές μαρτυρίες για ανθρώπους που έφτασαν κολυμπώντας μέχρι τα πλοία και τους πέταξαν στη θάλασσα τραυματίζοντας ή ακόμα και κόβοντας τα χέρια τους που αγκιστρωνόταν στην κουπαστή!

Όλοι οι δρόμοι της Σμύρνης και η θάλασσα ήταν γεμάτοι πτώματα Ελλήνων και Αρμενίων…. Με πρωτοβουλία του Αμερικανού προξένου, στις 11/9 επετράπη επιτέλους σε Ελληνικά πλοία να προσεγγίσουν για να πάρουν τους πρόσφυγες.

Ένα μήνα μετά την καταστροφή της Σμύρνης εκκενώνεται και η Ανατολική Θράκη και 1.000.000 ακόμη πρόσφυγες αναζητούν καταφύγιο στην Ελλάδα.
Μέχρι την 17η Σεπτεμβρίου 1922 όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της Σμύρνης (Έλληνες και Αρμένιοι) είχαν εγκαταλείψει την πόλη, ενώ χιλιάδες Έλληνες είχαν μεταφερθεί στην Ανατολία ως όμηροι.

Η εφημερίδα “Ελεύθερο Βήμα” στις 12 Σεπτεμβρίου 1922 αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η Σμύρνη ολοκαυτώθη, ο ελληνισμός της εσφάγη. Αι γυναίκες της, αι παρθένοι εγένοντο θύματα αιματηρής ασελγείας. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκρεουργήθη αγρίως. Ίσως την στιγμήν αυτήν, δεν υπάρχει πλέον τίποτα, σε όλη την μικρασιατικήν παραλίαν, που να ενθυμίζει Ελλάδα και Ελληνισμόν. Το όνειρο έσβησε. Και ίχνη Χριστιανισμού δεν υπάρχουν πλέον καθ’ όλην την Ανατολήν».

Ο Αμερικανός Πρόξενος G. Horton, ο οποίος ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν την πόλη και από τους ελάχιστους που συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα και με κίνδυνο της ζωής του έσωσε κάποιους Έλληνες, είπε για αυτά που έζησε:
«Η διχόνοια ανάμεσα στο δυτικό κόσμο ήταν εκείνη που επέτρεψε στους Τούρκους να σαρώσουν το χριστιανικό πολιτισμό από την οθωμανική αυτοκρατορία, να κάψουν τη Σμύρνη και να σφάξουν τους κατοίκους της μπροστά στα μάτια ενός πανίσχυρου στόλου ευρωπαϊκών και αμερικανικών πλοίων. Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος».

Το όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» κατέληξε σε έναν εφιάλτη χωρίς προηγούμενο για τον Ελληνισμό σε όλη την ιστορική του διαδρομή. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μείνει απορημένος για το πώς μια μόνο χρονιά ήταν αρκετή για να χαθεί ό,τι οικοδομήθηκε μέσα σε τρεις χιλιετίες…..
Ένας συνοπτικός απολογισμός της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι πραγματικά δραματικός και οδυνηρός. Οι απώλειες του στρατού στο διάστημα της εκστρατείας (1919 – 1922) ήταν πολύ βαριές: 19.362 νεκροί στις μάχες και 4.878 από άλλες αιτίες, 18.095 αγνοούμενοι και 48.880 τραυματίες. 1.500.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους και ακολούθησαν το δύσβατο δρόμο της προσφυγιάς.

Οι εξοντωθέντες και οι αγνοούμενοι υπολογίζονται σε 500.000. Ο κλήρος διώχθηκε βάναυσα. Από τους 450 κληρικούς της επαρχίας της Σμύρνης οι 347 βρήκαν φρικτό θάνατο. Περίπου 2.500 εκκλησίες και 3.800 σχολεία μετατράπηκαν σε τζαμιά, στάβλους ή ερείπια. Ο εθνικός σκοπός του Κεμάλ Ατατούρκ, που ήταν η εξόντωση ή ο βίαιος επαναπατρισμός των μειονοτήτων, που ζούσαν στη Μικρά Ασία είχε επιτευχθεί.

Η Χίος μας (μαζί με τη Λέσβο) ήταν από τα νησιά που σήκωσαν το βάρος των μεταναστευτικών ροών του 1922. Παντός είδους πλεούμενα αποβίβαζαν συνεχώς πρόσφυγες που αρχικά στεγάστηκαν σε παράγκες που έφτιαχναν με κάθε είδους υλικά που έβρισκαν. Το ελληνικό κράτος άργησε να τους πολιτογραφήσει και το 1925 οριστικά αποφασίστηκε η στέγασή τους και στήθηκε εδώ στο Βαρβάσι το πρώτο παράπηγμα.

Μέχρι το τέλος του 1927 έχει γίνει ένας μεγάλος συνοικισμός και τότε οι πρόσφυγες έχτισαν με προσωπική εργασία τον πρώτο ναό του Αγίου Χαραλάμπους, που γίνεται σημείο αναφοράς γι’ αυτούς. Αργότερα, το 1965 κατεδαφίστηκε για να ολοκληρωθεί το 1967 ο σημερινός ναός, που φέρει την ανάμνηση της χαμένης προγονικής γης, με την ιερή εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους από την Μητρόπολη Κρήνης (στο σημερινό Τσεσμέ) και με τις τοιχογραφίες που ιστορούν τα γεγονότα των προσφύγων του Βαρβασίου.
Το ίδιο, όπως γνωρίζουμε όλοι, συνέβη και στο Καστέλλο με πρόσφυγες από την Κρήνη, που οικοδόμησαν το ναό της Αγίας Παρασκευής.

Η ειρωνεία της ιστορίας ήταν πως οι Μικρασιάτες περίμεναν την Ελλάδα να έρθει κοντά τους μετά τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, αλλά τελικώς εκείνοι αποχωρίστηκαν τη γη τους, την Ιωνία που κατοικούνταν αδιαλείπτως από την αρχαιότητα! Η δοξασμένη γη της επικής και λυρικής ποίησης, των φιλοσόφων, των μαθηματικών και μετέπειτα του Γιώργου Σεφέρη, του Ηλία Βενέζη, του Στράτη Μυριβήλη, της Διδώς Σωτηρίου, του Αριστοτέλη Ωνάση… Η ιωνική γη που γεννούσε μόνο όσους στην πορεία της ζωής τους δόξασαν την Ελλάδα ποτίστηκε με το αίμα εκατομμυρίων Ελλήνων!

Υποχρέωσή μας σήμερα, είναι να μην αφήσουμε τη λήθη να σκεπάσει την ιστορία μας όσο πονεμένη κι αν είναι. Λαός χωρίς μνήμη, χάνεται. Η Μικρασία, ο Πόντος, η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη είναι για μας αλησμόνητες πατρίδες, είναι η ψυχή του ελληνισμού. Εύχομαι να μην ξαναζήσει κανένας λαός τέτοιες ασύλληπτες τραγωδίες.
Σήμερα, βιώνουμε δυστυχώς ανάλογες δύσκολες καταστάσεις.

Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει προκλητική και άκρως επιθετική συμπεριφορά από τους Τούρκους σε μια προσπάθειά τους να αναθεωρήσουν τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών. Ηγέτες άφρονες και παραληρούντες που φτάνουν στο σημείο να μας υπενθυμίζουν ότι μας πέταξαν στη θάλασσα, χτυπώντας τύμπανα πολέμου υπερηφανευόμενοι για τις….γενοκτονίες που έχουν διαπράξει στο παρελθόν. Σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα από τα τραγικά γεγονότα, δεν έχει καταστεί δυνατό να ζούμε με τον γείτονα αυτό, όπως θα θέλαμε και όπως συμβιώνουν άλλα πολιτισμένα κράτη του κόσμου με κοινά σύνορα.

Η απάντησή μας θα πρέπει να είναι μια: ενότητα! Ενωμένοι όλοι οι Έλληνες, λαός και πολιτική ηγεσία, να αντιμετωπίσουμε και αυτή την απειλή. Ο πολιτικός κόσμος του τόπου μας επίσης, θα πρέπει να ενεργεί πάντοτε με σύνεση, ψυχραιμία και κυρίως εθνική ομοψυχία. Στα εθνικά μας θέματα δεν χωρούν ιδεολογικές αντιπαραθέσεις ούτε μικροψυχία.
Εύχομαι επίσης να επικρατήσει η κοινή λογική και από την άλλη πλευρά του Αιγαίου παρά τις πολεμικές ιαχές. Πυξίδα των σχέσεων όλων των λαών πρέπει να είναι πάντα η πρόοδος, η ευημερία, η συνεργασία και το Διεθνές Δίκαιο.
Σας ευχαριστώ.

Αιμιλιανός Ευαγγελινός
Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)